Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Αγνοώντας επιδεικτικά...


Δε θα έρθει.
Μην κοιτάς έξω από το παράθυρο. Τράβα την κουρτίνα και έλα να ξαπλώσεις.
Δε θα έρθει σου λέω.
Κάτι θα του έτυχε. Ίσως μια δουλειά, ίσως να μη βρίσκει ταξί.
Ποιος ξέρει ;
Αλήθεια, δε θα έρθει.
Σβήσε το φως, με τυφλώνει.
Προσπάθησε να κοιμηθείς.
Δε θα έρθει.
Είναι αντικοινωνικός από τη φύση του, μην τον εξιδανικεύεις στα μάτια σου.
Σε αυτά τα μάτια ποτέ δε θα υπάρξει λογική και, όσο βαθειά κι αν τα κοιτάξω, πάντα θα βρίσκω λίγη αγάπη μέσα τους.
Όχι αγάπη για μένα.
Αγάπη από μένα για κάτι, που ούτε όνομα δε μπορώ να του δώσω.
Ή και απλή αγάπη.
Αγάπη σκέτη σαν πικρό καφέ.
Χωρίς κοσμητικά.
Κυρίως χωρίς κοσμητικά.
Γιατί να της δώσω όνομα;
Αυτό το κακό συνήθειο στα συναισθήματα να κολλάμε ταμπέλες…
Εγώ στην αγάπη μου μόνο ουσία θα δώσω, όχι όνομα.
Ναι, δε θα έρθει. Το άκουσα! Μη φωνάζεις!
Ή και μπορεί να έρθει.
Ας περιμένω λίγο ακόμη.
Μη φοβάσαι, δεν πέφτω από τα σύννεφα.
Τα τελευταία δύο χρόνια κάνω καθημερινά μαθήματα ασφαλούς πτήσης και ανώμαλης προσγείωσης.
Μια γρατζουνιά ακόμη.
Πρόσθεσέ τη στις ζημιές και κάνε μου το λογαριασμό.
Να ξέρω τι έχω να πληρώσω.
Κι ας μην κατάλαβα ποτέ πώς ξοδεύτηκα, έτσι, για ένα μάτσο υποθετικούς λόγους.
Εγώ έχω μάθει να τα πληρώνω τα μάτια που αγαπώ, ρε!
Να τα σπάω.
Και μετά να σπάω.
Δε θα έρθει.
Πηνελόπη σχίσε τα φουστάνια σου, ο Οδυσσέας σου δε θα φανεί.
Η δική σου σχεδία τσακίστηκε.
Αυτός, όμως, παίρνει όλα τα εύσημα.
Δε θα έρθει.
Άσε με να κοιτάξω άλλη μια φορά έξω από το παράθυρο.
Τα μάτια μου έμαθαν να γεννούν σκιές. Όχι από τρέλα.
Από ανάγκη.
Ανάγκη να μετατρέψω την υπόθεση σε κατάφαση.
Εάν έρθει…
Εάν ερχόταν…
Δε θα έρθει.
Μήπως ήρθε;
Α! όχι;