Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Εκτελεσμένος μέλλοντας.


Θα βάλω τα γυαλιά μου. Θα είμαι όμορφη. Θα βγάλω τα γυαλιά μου για λίγο. Θα κοιτάξω τριγύρω. Τίποτε δε θα  κουνιέται. Όλα στη θέση τους. Όλα έτοιμα να αγκαλιάσουν τον όλεθρό μου. Τα γυαλιά ξανά στη θέση τους. Θα έρθεις. Θα μου πιάσεις το χέρι. Θα με σηκώσεις από τη θέση μου. Θα φοράω συνεχώς τα γυαλιά. Θα κρύβουν, όσα δε χωράνε πίσω από το δάχτυλό μου. Θα με κοιτάξεις. Θα με λυτρώσεις απ’ όσα νόμιζα πως με σκότωναν. Θα σε ερωτεύομαι με κάθε στάλα βροχής, που θα πέφτει πάνω στη μύτη σου. Θα σε κάνω να μου μιλάς ακατάπαυστα. Θα σε κάνω να μου μιλάς δυνατά. Να μην ακούω την παράνοιά μου. Να ακούω μόνο τη δική σου. Θα κουνάς τα χέρια σου συνεχώς. Θα χορεύουν τα χέρια σου στον αέρα. Θα γίνουν φιγούρες θεατρικές. Θα κλείσουν την αυλαία πάνω στα δικά μου. Θα τα αφήσω να κουρνιάσουν μες στις χούφτες σου. Θα βγάλουν ρίζες. Θα γίνουν σχοινιά. Θα με δέσουν. Θα με δέσεις. Θα πονάω. Θα σωπάσω. Θα ευτυχήσω. Θα με βρω μέσα στις λέξεις σου. Θα με χάσω μέσα στα «θα» σου. Θα βγάλω τα γυαλιά μου. Δε θα φοβάμαι, πια. Δε θα έχω τίποτε άλλο να σου κρύψω, πια. Θα στα έχω κρύψει όλα, πια. Μέχρι και το φως. Θα μου χαρίσεις έναν ωκεανό. Θα πνιγώ μέσα του. Θα είναι η πιο απαίσια ημέρα του κόσμου. Θα την κάνεις την πιο όμορφη του παράλληλου σύμπαντος. Θα την ονομάσουμε Κυριακή. Και θα είναι δική μου!

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Ανα-γέννησις



Σκοτάδι.
Εκεί γεννιέσαι.
Στο φως πεθαίνεις.
Κάθε φορά που κλείνουν τα φώτα λάμπεις.
Σε φωτίζουν οι προβολείς μου.
Τότε μονάχα μπορώ να σε κρατώ δίπλα μου.
Τα τρία δευτερόλεπτα της σιωπής.
Λίγο μετά το χειροκρότημα και λίγο πριν το πρώτο κούρδισμα της κιθάρας.
Όταν κοιτάς το ρολόι σου για να διαπιστώσεις πόση υποχρέωση έχεις να «διανύσεις» ακόμη.
Τότε που κανείς δε μας βλέπει.
Ούτε καν εσύ.
Τότε που ακουμπώ επάνω σου και σου ψιθυρίζω πόσο όμορφα περνάω, όταν ανάβω τα «φώτα πορείας» σου.
Λες και τα μάτια μου θαμπώνονται στο φως.
Κι έτσι, λαθραία σε κοιτώ από την κλειδαρότρυπα.
Κι ας έβαλες το κλειδί στην κλειδαριά.
Και φοβάμαι πως ακόμη κι αν ανοίξει άλλη πόρτα, εγώ στη δική σου κλειδαρότρυπα θα μείνω.
Εθισμένη στη μυρωδιά του κλειδωμένου και τη θέαση του σκοταδιού.
Καταδικασμένη να αρκούμαι στην ηδονή της ταλάντευσης των δαχτύλων σου δίπλα στα χείλη μου.
Πότε πάνω σε αυτά. Μονάχα δίπλα.
Σαν εξόριστοι επαναστάτες σε άνυδρη κόλαση.
Μόνο οι ώμοι μου μετρούν σημάδια σου. Αυτές τις μικρές πληγές, που ανοίγουν τα ακροδάχτυλά σου κάθε φορά που με αγγίζεις στοργικά σε εκείνο ακριβώς το σημείο.
Πληγές, που γίνονται σχισμές και σου επιτρέπουν να μπεις μέσα σε κάθε μικρή γωνίτσα μου και να κάνεις κατάληψη.
Τα τρία δευτερόλεπτα της σιωπής.
Μετά το βλέμμα ισιώνει ξανά.
Γίνεται «καθώς πρέπει».
Γίνεται κενό.
Περιμένει την απελευθέρωση στην αιχμαλωσία σου.
Περιμένει το σκοτάδι στο φως.
Σκοτάδι.
Εκεί γεννιέμαι.
Στο φως πεθαίνω.
Μαζί σου.