Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

j'y suis jamais allé..


Καλησπέρα.
Επέστρεψα.
Ναι,τα κατάφερα.
Δηλαδή δεν τα κατάφερα ακριβώς, ‘καταφέρθηκε’ από μόνο του και για να πω την αλήθεια και μόνον την αλήθεια χωρίς φόβο και πάθος, δεν επέστρεψα ακριβώς. Βλέπεις ποτέ ξανά η ψυχή δε συμβίωσε δια αλληλογραφίας με το σώμα με διαφορά τόσων χιλιομέτρων αναστεναγμών και φρεσκοβαμμένων αναμνήσεων.

Καλησπέρα.
Επέστρεψα.
Δεν ξέρω εάν σε ενδιαφέρει. Εγώ απλώς το αναφέρω για να δηλώσω εμπράκτως ΑΠΟΥΣΑ από το εδώ. Ποτέ ξανά η παρουσία μου δεν υπήρξε τόσο κενή σκοπού και κυρίως τόσο κενή παρουσίας, γιατί ακόμη κι αν ψάχνω 1000 τρόπους για να την προβάλω ζωντανά στις οθόνες των άλλων, η δική μου οθόνη συντονίζεται μόνο σε privé συχνότητα.
Επέστρεψα λοιπόν, μεγαλοπρεπώς, όπως πάντα, πάτησα στο μαύρο χαλί και έφαγα στα σκουριασμένα κουτάλια, άρχισα τις βροχόλουστες βόλτες με το τρόλλεϋ και τη συλλογή κομπλιμέντων από τους περαστικούς.

Καλησπέρα.
Επέστρεψα.
Και το λέω απλώς για να το θυμάμαι που και που εγώ και μόνο εγώ, αφού κάνεις άλλος δε φαίνεται να ενδιαφέρεται ή μάλλον να αντιλαμβάνεται την επιστροφή μου. Βλέπεις, είμαστε φίλες με τις φίλες μας μέχρι να βρουν γκόμενο και κυρίως στο διάστημα μεταξύ του χωρισμού με τον προαναφερθέντα γκόμενο και της ευρέσεως νέου. Φυσικά, μετά ξανά προς τη δόξα τραβούν τα μηνύματα στους ιντερνετότοιχους, που βρωμάνε εξ αποστάσεως άπειρων χιλιομέτρων άρωμα Ιούδα και τα sms, που στάζουν αγάπη και μια δόση καβάτζας για τον επόμενο χωρισμό. Στο μεν πρώτο διάστημα, το ταξίδι σου των δύο ημερών ισοδυναμεί με τιμωρία στην κόλαση της ανυπαρξίας ώμου δεκτικού στα δάκρυα, στο δε δεύτερο, όταν τις ενημερώνεις για την επιστροφή σου, δε θυμούνται καν πως έχει υπάρξει αναχώρηση.

Καλησπέρα. Μην τρομάζεις. Δεν επέστρεψα ποτέ.
Ψέματα είπα πριν.
Αλήθεια, δεν επέστρεψα. Έμεινα τελικά.
Έμεινα για να μετανιώσω για κάθε επιστροφή.
Έμεινα για να σκίσω σε τρισεκατομμύρια κομμάτια όλα τα εισιτήρια του γυρισμού και να τα πετάξω απ’ το μπαλκόνι για να γεμίσει η πόλη επιστροφές και να με πείσει από μόνη της η καρδιά πως πρέπει να ακολουθήσω τα σημάδια.

Θέλω κάποια στιγμή να μάθω να πετάω με μάτια ανοιχτά πάνω απ’ όλα τα κομμάτια μου και με ένα άγγιγμα να τα ενώνω. Να την κάνω σημαία την πρώην μοναξιά μου με κεντημένο αστέρι και ήλιο κατακόκκινο.
Θέλω κάποτε να ρίξω πάνω μου την αστερόσκονη, που έχω τυλιγμένη μες στο αλουμινόχαρτο και να μη ντραπώ να βγω ως το περίπτερο έτσι πνιγμένη στο "λαμέ".
Θέλω μια νύχτα να βγω κρυφά απ’ το σπίτι με τις πιζάμες, να πάρω μια τεράστια γυάλινη σκάλα και να ανέβω στο φεγγάρι.
Θέλω μια μέρα να μη με ενδιαφέρει, εάν θα γλιστρήσει και θα σπάσει η σκάλα.
Θέλω μια μέρα να μη με ενδιαφέρουν τα κατεβάσματα.
Θέλω μια μέρα το "τίποτα" να σημαίνει τα "πάντα".
Θέλω μια μέρα να κλείνω τα μάτια και απλώς να φαντάζομαι, όχι άλλο να θυμάμαι.
Θέλω μια νύχτα έστω ένα αστέρι να ακούσει την ευχή μου.
Θέλω μια μέρα να μη θέλω τίποτα.

Καληνύχτα.
Μη φοβάσαι.
Για πάντα θα επιστρέφω.

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

..τα μεθυσμένα καλοκαίρια για σένα πέφτουνε τ`αστέρια σε μια καρδιά..



αυγουστος

διακοπες

καλαματα

διακοπες

οχι νεφος

οχι τεραστιοι δρομοι

καλαματα

διακοπες

μυρωδια μαμακιλας

φρεσκο νεκταρινι

τα καλαμαρακια που δεν καταφεραμε να φαμε με την ιωαννα

διακοπες

'εξις'

'εξις'

'εξις'

εξις δευετερα φυσις

κυριολεκτικα

μεταφορικα

και τα δυο

διακοπες

ανασα

απνια

δυσπνια

διακοπες

θαλασσα

φορεμα-μαγιω

γοργονα

φοινικουντα

διακοπες

παλιοι φιλοι

που σμιγουν

και υστερα ξαναχανονται

φως

και μετα

σκοταδι

ξανα

διακοπες

εξω

συνεχεια

ολη μερα

εξω

τι να βαλω;

αυτο;

ή μηπως αυτο;

τι λες για αυτο;

δεν εχω πολλες επιλογες

τι να βαλω;

δε θα βγω

δεν εχω επιλογες

ποτε δεν ειχα

κι ας νομιζα αλλα

διακοπες

διακοπες

διακοπες απο τι;

απ'τις διακοπες;

κατι ειναι κι αυτο

camping

γιαουρτι ροδακινο

παπουτσακια

κουνουπια

κλεμμενη γαλοπουλα

εφοδια

ντοριτος

καλοκαιρι

γεννεθλια

χαμενα γεννεθλια

κι αυτα;

και αυτα

διακοπες

φιλοι

φιλοι;

ισως

διακοπες

ραδιοφωνο

ελπιδα

αποκαϊδια

μια απο τα συνηθισμενα

ice tea

συναυλιες

παραστασεις

25/08/2010

λαθη

λαθος

μεγαλο

τεραστιο

ή ισως και σωστο

μπα

λαθος

και

παλι

λαθος

τερατωδες

ζωη

θανατος

αληθεια

χαζομαρα

πατεριτσα

μπουκαλια νερο

whats up

διαβασμα

ελαχιστο

θεια δικη

ποστερ

στιχοι

βραχιολι γιωτας

πανσεληνος

διακοπες

διακοπες

καλαματα

τελος

αθηνα

καλαματα

ΑΘΗΝΑ

ισως

ΟΧΙ

αγαπη

ΑΝΤΟΧΗ

ποση ακομη;

πολλη

μεχρι

να γινουμε

αγγελοι

ας μεινουμε

με γρατζουνιες..

this is the end...(?)


..με χερια ανοιχτα θα παραδωσουμε τα ονειρα μας τα κλεμμενα
κι αν θελει η καρδια να μετανιωσουμε,το λεν' τα ματια τα κλαμενα..


















θεσσαλονικη..

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

ύστατο " σ'αγαπώ"..



Ένας χρόνος..πέρασε ένας χρόνος και εμένα μου φαίνεται λες και είναι κάτι απίστευτα μακρινό…έχω να σε δω έναν ολόκληρο χρόνο, λοιπόν, και η ανάγκη μου να τυλίξεις τα χέρια σου γύρω απ’ τα δικά μου γδέρνει την αντοχή μου κάθε μέρα και περισσότερο. Που και που αγγίζει τα όρια του παραλόγου, αφού είναι αδύνατον να νοσταλγώ κάτι που ποτέ δεν ένιωσα, που ποτέ δεν κατάφερα να κερδίσω και στη συνέχεια έχοντας ύφος μικρού παιδιού ,που έβαλε λαθραία το δάχτυλο μέσα στη μαρμελάδα, να κλειστώ στο δωμάτιό μου προκειμένου να χαρώ μόνη μου το κατόρθωμά μου.. κατόρθωμα όχι απ’ αυτά που πανηγυρίζονται με ‘σημαίες και με ταμπούρλα’ αλλά από εκείνα που κάνουν τα ‘ταμπούρλα’ της καρδιάς να παίζουν μερόνυχτα ολόκληρα και που τεντώνουν το κάτω χείλος κάνοντάς το να φτάνει μέχρι τα αυτιά και ίσως λίγο παρά πέρα.. Ε λοιπόν, αυτήν την τρέλα ποτέ δεν σε κατάφερα να μου τη χαρίσεις. Και όσο το σκέφτομαι, διαπιστώνω πόσο άδικο είναι να φθάσω στο τέλος της ζωής μου και να μη μετράω ούτε μία χαρακιά στην παλάμη μου απ’ το δικό σου χέρι..
Όχι, δε νομίζω πως είμαι ακόμη ερωτευμένη μαζί σου, αυτό το στάδιο το έχω ξεπεράσει από καιρό, με πόνεσε βέβαια το σβήσιμο της φλόγας, γιατί ,ακόμη κι αν δεν έριχνες λάδι για να φουντώνει, εμένα με κρατούσε ζωντανή, αλλά το έχω ξεπεράσει. Και σου ορκίζομαι, δεν το ήθελα, μόνο του ‘έγινε’, χωρίς προσπάθεια, χωρίς πείσμα..Απλώς μια μέρα ξύπνησα και ,όταν έφερα την εικόνα σου στο μυαλό μου, δε γέμισα ένα μπαούλο αναστεναγμούς..
Δε θα σου πω πως δε μου λείπεις ,γιατί αυτό θα είναι ένα τεράστιο και καθόλου μεγαλοπρεπές ψέμα.. Μου λείπεις απίστευτα πολύ, εσύ, η παρουσία σου, οι χαζές συμβουλές σου, ο αυτοσαρκασμός σου, τα πειράγματά σου, οι γεμάτες υπονοούμενα ματιές σου, το περίεργο και χοντροκομμένο στυλό σου, ο απαίσιος τρόπος με τον οποίο συνδυάζεις τα ρούχα, τα πάντα.. και κυρίως αυτή η μαγική σου ικανότητα να με κάνεις να αλλάζω τον τόνο της φωνής μου κάθε φορά που σου μιλούσα, αυτή σου η ικανότητα, που στάθηκε η αιτία για να νιώσω όσα ένιωσα για σένα.. και τη λέξη ‘όσα’ ,εάν θέλεις, μπορώ να στην επεξηγήσω σε εκείνον τον υποτιθέμενο καφέ που ποτέ δεν κανονίσαμε να πιούμε..
Και ώρες- ώρες ,που σε φέρνω στο νου μου, αναρωτιέμαι πώς ζεις τώρα και τι κάνεις εκείνη ακριβώς τη στιγμή που εγώ σε εγκλωβίζω στη σκέψη μου.. χαζεύεις στην τηλεόραση, διορθώνεις γραπτά, συζητάς, τρως, κοιμάσαι, βολτάρεις έχοντας δίπλα σου εκείνη με την οποία φοράτε το ίδιο ‘απαγορευμένο’ δαχτυλίδι…; Ξέρω πως είναι ανούσιο, ανόητο, ανώφελο (και πολλά άλλα που ξεκινούν με αυτό το τρομακτικό στερητικό ‘αν-‘) να μπαίνω σε τέτοια ‘μονοπάτια’ αλλά είναι κάτι ώρες που η λογική μου επιτάσσει να μετατρέψω την απουσία σου σε παρουσία ,για να μην αρχίζει να με εγκαταλείπει..
Όχι, δε νομίζω πως είμαι ακόμη ερωτευμένη μαζί σου, αυτό το στάδιο το έχω προσπεράσει από καιρό, με πόνεσε βέβαια το σβήσιμο της φλόγας, γιατί ,ακόμη κι αν δεν έριχνες λάδι για να φουντώνει, εμένα με κρατούσε ζωντανή, αλλά το έχω προσπεράσει. Βέβαια, ακόμη εσύ κοιμάσαι δίπλα μου κάθε βράδυ και εσύ με ξυπνάς τα πρωινά..
Καλέ μου, σου εύχομαι ,με όση καρδιά μου έχει απομείνει, να περπατήσεις με βήμα ελαφρύ σε όλα εκείνα τα αγκαθωτά μονοπάτια ,που καθημερινά όλοι μας συναντάμε, αποκτώντας τόσες γρατζουνιές όσες χρειάζονται για να πεις πως έζησες..
Και κάπου εδώ σε χαιρετώ, μια για πάντα…και σε παρακαλώ μην με επισκεφθείς ποτέ ξανά το βράδυ, εκεί κάπου μεταξύ 5 και 6 το ξημέρωμα..
Αντίο, υπόσχομαι πως ποτέ ξανά δε θα γράψω για σένα ούτε ένα μικρό στιχάκι..
Πρέπει κάποια στιγμή να βρω και εγώ το δρόμο για το αγκαθωτό μονοπάτι…

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

...αντέχεις;



Για πρώτη φορά αμαχητί στην ήττα μου μέσα θα πέσω, με τα μούτρα λασπωμένα να κρύβονται πίσω απ’ τα χέρια μου δε θα αφήσω κανέναν να με πλύνει. Από ντροπή θα μείνω μέσα στο βούρκο, μέχρι να μην ξεχωρίζω από αυτόν, ντροπή όχι επειδή ηττήθηκα, αλλά επειδή δεν προσπάθησα να νικήσω, σε μια μάχη που ποτέ δε θέλησα να προκαλέσω. Σκούριασαν τα όπλα μου, γεμάτα σκόνη και μουχλιασμένους κόκκους ελπίδας στοιβάχθηκαν στις αποθήκες της ανεπιθύμητης μνήμης ,που τα κλειδιά της πέταξα για να μη μπορώ να μπαίνω πια.

Και τώρα ,που την αδυναμία μου να επιστρέφω εκεί που δεν πρέπει δεν κατάφερα να μετριάσω, γεμάτη λύσσα τρέχω πάνω στην πόρτα και χτυπάω δυνατά, με χέρια και πόδια για να κατορθώσω να τη σπάσω και να μπω σ’ αυτόν τον εφήμερο παράδεισο των ανεπιθύμητων αναμνήσεων, να ξετυλίξω στα κλεφτά όποια βρω μπροστά μου και γρήγορα να τη βάλω πάλι στη θέση της, πριν προλάβει να αναδυθεί η αγχωτική της μυρωδιά. Και η πόρτα, δυστυχώς, ανοίγει ξανά και μπαίνω μέσα τρεχάμενη, σαν εξαρτημένη από την οσμή της ‘κάποτε ευτυχίας’ για να φθάσω όσο πιο γρήγορα στο ‘ναρκωτικό’ μου. Και αφού πάρω τη γεύση του, κουλουριάζομαι μες στο σκοτάδι κ’ ενώ φοβάμαι που βρίσκομαι εκεί, δε λέω να φύγω.. Μένω και μετανιώνω ,για άλλη μια φορά, που άφησα την ευτυχία να φθάσει στο παρελθοντικό ‘κάποτε’ και που ξανά άφησα τον εαυτό μου να μετανιώσει.

Στα τυφλά ψάχνω με το χέρι μου την πανοπλία τριγύρω και τρέμω μήπως χώθηκε κάτω απ’ τα κουτιά της μνήμης γιατί δεν τη βρίσκω πουθενά. Τότε θυμάμαι πως την έβγαλα πριν μπω ,για μη χαλάσει η γυαλάδα της απ’ την τόση σκόνη, και ανακουφίζομαι. Σηκώνομαι προσεκτικά και ,αφού υπόσχομαι για εκατομμυριοστή φόρα με αποφασιστικότητα όμοια με τις προηγούμενες, πως δε θα ξαναμπώ, κλείνω την πόρτα, φοράω την ατσαλένια και αγρατζούνιστη πανοπλία μου και βγαίνω ξανά στο δρόμο με τον πολύ κόσμο ,ο οποίος για άλλη μια φορά θα επαινέσει τον ‘ατσαλένιο’ και ‘αγρατζούνιστο’ δυναμισμό μου.

Περπατάω, περπατάω, προσπερνάω βιτρίνες και φώτα, κι ενώ χαμογελάω αναίτια και ταξιδεύω με το βλέμμα μου σε γαλάζιες, ξεθωριασμένες εικόνες, πέφτω ξανά στο βούρκο που ήμουν και πριν και τραντάζομαι. Δεν τρομάζω απ’ το πέσιμο, η λάσπη ,βλέπεις, δε φεύγει με μια απλή βόλτα.. Η κλωστή του ονείρου ,όσο κι αν προσπαθούμε, δε χωράει απ’ την βελονότρυπα, αλλά ακόμη κι αν χωρέσει είναι τόσο εύκολο να σπάσει.. Κι αν σπάσει; Ποιος αντέχει να κρατηθεί απ’ ό, τι απομείνει;

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

"η ικανοποίηση δεν έρχεται να μας βρει από μόνη της,εμείς την ανακαλύπτουμε" μου είπε ΜΙΑ 'σοφός'...


Με τα μάτια χαμηλωμένα και την αυτοπεποίθηση ως αγνώστου σημασίας λέξη θα το καταπιώ και αυτό. Άλλη μια ήττα, τώρα που είχα αρχίσει να συνηθίζω στις μικρές νίκες, τώρα που δάγκωσα τα χείλη και είπα «πάμε μπροστά»,έπεσα πάλι σε τοίχο και έσπασα τα μούτρα μου. Θα το καταπιώ και αυτό… Έχω μάθει να φυλάω αψεγάδιαστη την πολύχρωμη μάσκα μου, έτσι, πάλι κανείς δε θα καταλάβει τίποτα. Θα λέω χαμογελαστή τα νέα μου, θα απλώνω με περίσσεια ευγένεια το χέρι σε κάθε καινούριο «φίλο» που θα μου γνωρίζουν, θα στέλνω αστεία μηνύματα, θα ανοίγω κάθε πρωί το παράθυρο για να μπαίνει ο ήλιος, θα ποτίζω τις καινούριες γλάστρες που πήρε η μαμά μου για το μπαλκόνι μας, θα δίνω στον αδερφό μου δασκαλίστικες συμβουλές που οδηγούν σε μια δήθεν ευτυχία, θα σχεδιάζω με απέραντη ανυπομονησία το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, θα βγαίνω κάθε βράδυ και θα χαμογελάω με το πιο αστραφτερό μου χαμόγελο στις φωτογραφικές μηχανές που θα με κοιτούν…Θα το καταπιώ και αυτό… και ας είναι σα γουλιά νερού που ‘κάθισε’ στο λαιμό μου την ώρα που είχα αρχίσει να δροσίζομαι…Θα το καταπιώ κ αυτό… Θα κλείσω τα μάτια σφιχτά ,σαν παιδάκι που φοβάται μη μπει σαμπουάν στα μάτια του, και φωνάζοντας δυνατά «άμπρα-κατάμπρα» θα ξεχάσω τα πάντα πετώντας με τη μαγική μου σκούπα στη Χώρα των θαυμάτων. Δε μου μένει και τίποτε άλλο να κάνω αφού και η υπομονή μου μετατράπηκε σε παγωμάρα και μούδιασμα.

Ίσως ,ή μάλλον, σίγουρα, είναι άλλη μια απόδειξη της στιγμιαίας εκείνης επιπολαιότητας και του λάθος αριθμού δίπλα στο λάθος κουτάκι.

Ίσως κάποια λάθη πρέπει να μας ‘τσιμπήσουν’ για να ψάξουμε μόνοι να βρούμε το κεντρί








κ όμως,δεν ξέρω εάν κάποτε θα καταφέρω να το καταπιώ...

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

ανάμεσα στο ‘περίμενε’ και στο ‘καθόλου’..


Ήταν μικρό κορίτσι και έγινε «ολόκληρη κοπέλα» …τα μαλλιά της από κατάξανθα άρχισαν με τα χρόνια να σκουραίνουν και να περνούν από όλους τους τόνους του καστανού, πήγε από το small στο large και από τις κίτρινες μπαλαρίνες στις μαύρες γόβες, σταμάτησε να κάνει ορθογραφικά λάθη και έγινε ο ‘Μπαμπινιώτης’ της παρέας, διάβαζε ποίηση και λογοτεχνία, έπαιζε τον Ελύτη στα δάχτυλα και γέμιζε τα τετράδιά της με στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου, έγραφε τραγούδια και ένιωθε ελεύθερη, ζωγράφιζε τα όνειρα της με αστερόσκονη και ήλπιζε πως ,όταν θα έρθει η ώρα να τη φυσήξει, θα της ανοίξει η μαγική πόρτα για ‘τον κόσμο με τα θαύματα’ ,έπαιζε την έξυπνη που και που, πίστευε στο παραμύθι της Σταχτοπούτας και στον ερχομό του πρίγκιπα, έφτιαχνε σχέδια για ταξίδια στη Θεσσαλονίκη και στα νησιά, έκλεινε τα μάτια και ανέβαινε σε σκάλες που ήταν σίγουρη πως κάποτε θα κατορθώνει να ατενίζει από ψηλά, έχτιζε είδωλα για όλους τους «ήρωες» που την περιτριγύριζαν, έκανε μεγάλα βήματα και ήθελε να τα μεγαλώσει κι άλλο…
ήταν μικρό κορίτσι και έγινε «ολόκληρη κοπέλα»… τα μαλλιά της ήταν τόσα πολλά και εκνευριζόταν όταν δε μπορούσε να τα φτιάξει, μίσησε το large και έσπασε τα τακούνια απ ‘τις γόβες της, κουράστηκε να διορθώνει τους πάντες και να επισημαίνει πως είναι ‘Το στυλό’ και όχι Ό στυλός’, διάβαζε ποίηση και λογοτεχνία και έκλαιγε, έπαιζε τον Ελύτη στα δάχτυλα και γέμιζε τα τετράδιά της με στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου κι ας ήξερε ότι «το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο δεν το αντέχουν οι άνθρωποι», έγραφε τραγούδια και έδενε τα χέρια της με ακόμη περισσότερα σχοινιά, δε ζωγράφιζε, δεν είχε όνειρα, δεν ήλπιζε, δεν πίστευε σε ψευτο-ιστορίες που ο ήλιος μπαίνει από τα παράθυρα και γεμίζει τα καλάθια μ ε ροζ κέικ, σταμάτησε να παίζει την έξυπνη γιατί διαπίστωσε ότι ποτέ δεν ήταν, η Σταχτοπούτα ήταν απλώς μια μουτζουρωμένη ρακένδυτη που κλαιγόταν και ο πρίγκιπας έχασε την πυξίδα του, έφτιαχνε σχέδια για ταξίδια στη Θεσσαλονίκη ελπίζοντας πως θα χάσει το εισιτήριο του γυριμού και δεν πήγαινε στα νησιά, έπεσε από όλες τις σκάλες και τσάκισε τα πόδια της, έχασε όλους αυτούς τους ανθρώπους που για της ζωή της ήταν τόσο αναγκαίοι όσο το καθημερινό γλυκό, δεν περπατούσε πια, είχε ξεχάσει να ανοίγει το βήμα της… ήταν μικρό κορίτσι και πόσο μετανιώνει που κάποτε ήθελε να μεγαλώσει…

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

ανφεαρ...


κ όταν όλοι γυρεύουν μορφές μες στον καθρέφτη
εσύ απλώς τις αγνοείς, «ιδεώδης εν τη λύπει σου»-πόσα χρόνια ακόμη θα με βασανίζει αυτή η φράση-
αναζητώντας κάτι λιγότερο απ’ αυτό που θες και κάτι περισσότερο απ’ αυτό που σου προσφέρουν
απλό; πολυσύνθετο; σημαντικό; απαρατήρητο;
πάντως για σένα θα είναι πάντοτε το ζητούμενο, το πολυπόθητο, ο θησαυρός
ή ίσως και λίγες γραμμές απ’ το ημερολόγιο σου
ή ίσως και λίγες σκέψεις από τις σκέψεις σου
ή ίσως και μία ανάγκη από τις ανάγκες σου
ίσως και Η ΑΝΑΓΚΗ ΣΟΥ…
η ίδια ανάγκη που θέλει να πει: «μη φεύγεις, δε μπορώ άλλο να κοιτάω στον καθρέφτη και να βλέπω μόνο μια σκιά, μπορεί να μη μου είσαι απαραίτητος αλλά μου είσαι αναγκαίος για όλα αυτά που δεν έζησα, για όλα αυτά που έχω χάσει, για όσα δε μ’ άφησαν να δω ,τόσα χρόνια.. πόσα χρόνια;»

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

μηδέν στα γκάζια....



Αδράνεια… πλήρης, γειωτική, κολασμένη, απόλυτη αδράνεια, αδράνεια του τίποτα και του καθόλου, αδράνεια του ‘‘αρκούμαι στο ‘υπό του μηδενός ‘ και δε γουστάρω τίποτα και κανέναν να με ταρακουνήσει από ‘κει’’. Ζω στο δικό μου λήθαργο, όπου τα πάντα κινούνται αιώνια τριγύρω από το «ΔΕΝ», άρα δεν κινούνται. Και όταν φθάνεις να ξύνεις τον πάτο του ξερού πηγαδιού μέχρι να ματώσουν τα νύχια σου, με την ελπίδα να βρεις νερό ,έστω και λασπωμένο, όταν ξεφουσκώνουν σαν τα ξεχασμένα μπαλόνια του χθεσινού πάρτι όσα παραμύθια είχες χτίσει νομίζοντας πως είναι οι υπέρτατες αλήθειες, όταν απ’ τη μέση του κύκλου ξαφνικά βρίσκεσαι στον πάγκο των αναπληρωματικών, όταν χάνεις τη δύναμη να φοράς την καθημερινή μάσκα ευτυχίας και αδιαφορείς για όλα αυτά τα διακριτικά αδιάκριτα «γιατί;» και τα «πώς;», όταν το αύριο που κάποτε διεκδικούσες με όλη σου τη στεντόρεια φωνή πλέον δε σε νοιάζει καν τι χρώμα θα έχει, απλώς παίρνεις τη μεγάλη απόφαση, ή να κινήσεις το πούλι σου στο τετράγωνο της αφετηρίας ή να επισπεύσεις τη λήξη. Και τα δύο πονάνε, το πρώτο πολύ, το δεύτερο περισσότερο. Αλλά δεν έχει χώρο για πολλές σκέψεις όταν τίποτα δε σφίγγεις πια στο χέρι σου παρά μόνο χαρακιές και όταν όλες οι εναπομείνασες ελπίδες βρήκαν την έξοδο στις τρύπιες τσέπες ,που από πείσμα δε θέλησες ποτέ να ράψεις… Και τι μπορείς να κάνεις τότε; προσευχές, σταυρούς, δεήσεις, φανουρόπιτες ή να στέκεσαι σιωπώντας και παρακολουθώντας προσηλωμένος το επόμενο επεισόδιο( εάν ‘παιχτεί’ ποτέ).Και τι μπορείς να κάνεις δηλαδή;Ένα τίποτα με μανδύα σημασίας…