Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

ύστατο " σ'αγαπώ"..



Ένας χρόνος..πέρασε ένας χρόνος και εμένα μου φαίνεται λες και είναι κάτι απίστευτα μακρινό…έχω να σε δω έναν ολόκληρο χρόνο, λοιπόν, και η ανάγκη μου να τυλίξεις τα χέρια σου γύρω απ’ τα δικά μου γδέρνει την αντοχή μου κάθε μέρα και περισσότερο. Που και που αγγίζει τα όρια του παραλόγου, αφού είναι αδύνατον να νοσταλγώ κάτι που ποτέ δεν ένιωσα, που ποτέ δεν κατάφερα να κερδίσω και στη συνέχεια έχοντας ύφος μικρού παιδιού ,που έβαλε λαθραία το δάχτυλο μέσα στη μαρμελάδα, να κλειστώ στο δωμάτιό μου προκειμένου να χαρώ μόνη μου το κατόρθωμά μου.. κατόρθωμα όχι απ’ αυτά που πανηγυρίζονται με ‘σημαίες και με ταμπούρλα’ αλλά από εκείνα που κάνουν τα ‘ταμπούρλα’ της καρδιάς να παίζουν μερόνυχτα ολόκληρα και που τεντώνουν το κάτω χείλος κάνοντάς το να φτάνει μέχρι τα αυτιά και ίσως λίγο παρά πέρα.. Ε λοιπόν, αυτήν την τρέλα ποτέ δεν σε κατάφερα να μου τη χαρίσεις. Και όσο το σκέφτομαι, διαπιστώνω πόσο άδικο είναι να φθάσω στο τέλος της ζωής μου και να μη μετράω ούτε μία χαρακιά στην παλάμη μου απ’ το δικό σου χέρι..
Όχι, δε νομίζω πως είμαι ακόμη ερωτευμένη μαζί σου, αυτό το στάδιο το έχω ξεπεράσει από καιρό, με πόνεσε βέβαια το σβήσιμο της φλόγας, γιατί ,ακόμη κι αν δεν έριχνες λάδι για να φουντώνει, εμένα με κρατούσε ζωντανή, αλλά το έχω ξεπεράσει. Και σου ορκίζομαι, δεν το ήθελα, μόνο του ‘έγινε’, χωρίς προσπάθεια, χωρίς πείσμα..Απλώς μια μέρα ξύπνησα και ,όταν έφερα την εικόνα σου στο μυαλό μου, δε γέμισα ένα μπαούλο αναστεναγμούς..
Δε θα σου πω πως δε μου λείπεις ,γιατί αυτό θα είναι ένα τεράστιο και καθόλου μεγαλοπρεπές ψέμα.. Μου λείπεις απίστευτα πολύ, εσύ, η παρουσία σου, οι χαζές συμβουλές σου, ο αυτοσαρκασμός σου, τα πειράγματά σου, οι γεμάτες υπονοούμενα ματιές σου, το περίεργο και χοντροκομμένο στυλό σου, ο απαίσιος τρόπος με τον οποίο συνδυάζεις τα ρούχα, τα πάντα.. και κυρίως αυτή η μαγική σου ικανότητα να με κάνεις να αλλάζω τον τόνο της φωνής μου κάθε φορά που σου μιλούσα, αυτή σου η ικανότητα, που στάθηκε η αιτία για να νιώσω όσα ένιωσα για σένα.. και τη λέξη ‘όσα’ ,εάν θέλεις, μπορώ να στην επεξηγήσω σε εκείνον τον υποτιθέμενο καφέ που ποτέ δεν κανονίσαμε να πιούμε..
Και ώρες- ώρες ,που σε φέρνω στο νου μου, αναρωτιέμαι πώς ζεις τώρα και τι κάνεις εκείνη ακριβώς τη στιγμή που εγώ σε εγκλωβίζω στη σκέψη μου.. χαζεύεις στην τηλεόραση, διορθώνεις γραπτά, συζητάς, τρως, κοιμάσαι, βολτάρεις έχοντας δίπλα σου εκείνη με την οποία φοράτε το ίδιο ‘απαγορευμένο’ δαχτυλίδι…; Ξέρω πως είναι ανούσιο, ανόητο, ανώφελο (και πολλά άλλα που ξεκινούν με αυτό το τρομακτικό στερητικό ‘αν-‘) να μπαίνω σε τέτοια ‘μονοπάτια’ αλλά είναι κάτι ώρες που η λογική μου επιτάσσει να μετατρέψω την απουσία σου σε παρουσία ,για να μην αρχίζει να με εγκαταλείπει..
Όχι, δε νομίζω πως είμαι ακόμη ερωτευμένη μαζί σου, αυτό το στάδιο το έχω προσπεράσει από καιρό, με πόνεσε βέβαια το σβήσιμο της φλόγας, γιατί ,ακόμη κι αν δεν έριχνες λάδι για να φουντώνει, εμένα με κρατούσε ζωντανή, αλλά το έχω προσπεράσει. Βέβαια, ακόμη εσύ κοιμάσαι δίπλα μου κάθε βράδυ και εσύ με ξυπνάς τα πρωινά..
Καλέ μου, σου εύχομαι ,με όση καρδιά μου έχει απομείνει, να περπατήσεις με βήμα ελαφρύ σε όλα εκείνα τα αγκαθωτά μονοπάτια ,που καθημερινά όλοι μας συναντάμε, αποκτώντας τόσες γρατζουνιές όσες χρειάζονται για να πεις πως έζησες..
Και κάπου εδώ σε χαιρετώ, μια για πάντα…και σε παρακαλώ μην με επισκεφθείς ποτέ ξανά το βράδυ, εκεί κάπου μεταξύ 5 και 6 το ξημέρωμα..
Αντίο, υπόσχομαι πως ποτέ ξανά δε θα γράψω για σένα ούτε ένα μικρό στιχάκι..
Πρέπει κάποια στιγμή να βρω και εγώ το δρόμο για το αγκαθωτό μονοπάτι…

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

...αντέχεις;



Για πρώτη φορά αμαχητί στην ήττα μου μέσα θα πέσω, με τα μούτρα λασπωμένα να κρύβονται πίσω απ’ τα χέρια μου δε θα αφήσω κανέναν να με πλύνει. Από ντροπή θα μείνω μέσα στο βούρκο, μέχρι να μην ξεχωρίζω από αυτόν, ντροπή όχι επειδή ηττήθηκα, αλλά επειδή δεν προσπάθησα να νικήσω, σε μια μάχη που ποτέ δε θέλησα να προκαλέσω. Σκούριασαν τα όπλα μου, γεμάτα σκόνη και μουχλιασμένους κόκκους ελπίδας στοιβάχθηκαν στις αποθήκες της ανεπιθύμητης μνήμης ,που τα κλειδιά της πέταξα για να μη μπορώ να μπαίνω πια.

Και τώρα ,που την αδυναμία μου να επιστρέφω εκεί που δεν πρέπει δεν κατάφερα να μετριάσω, γεμάτη λύσσα τρέχω πάνω στην πόρτα και χτυπάω δυνατά, με χέρια και πόδια για να κατορθώσω να τη σπάσω και να μπω σ’ αυτόν τον εφήμερο παράδεισο των ανεπιθύμητων αναμνήσεων, να ξετυλίξω στα κλεφτά όποια βρω μπροστά μου και γρήγορα να τη βάλω πάλι στη θέση της, πριν προλάβει να αναδυθεί η αγχωτική της μυρωδιά. Και η πόρτα, δυστυχώς, ανοίγει ξανά και μπαίνω μέσα τρεχάμενη, σαν εξαρτημένη από την οσμή της ‘κάποτε ευτυχίας’ για να φθάσω όσο πιο γρήγορα στο ‘ναρκωτικό’ μου. Και αφού πάρω τη γεύση του, κουλουριάζομαι μες στο σκοτάδι κ’ ενώ φοβάμαι που βρίσκομαι εκεί, δε λέω να φύγω.. Μένω και μετανιώνω ,για άλλη μια φορά, που άφησα την ευτυχία να φθάσει στο παρελθοντικό ‘κάποτε’ και που ξανά άφησα τον εαυτό μου να μετανιώσει.

Στα τυφλά ψάχνω με το χέρι μου την πανοπλία τριγύρω και τρέμω μήπως χώθηκε κάτω απ’ τα κουτιά της μνήμης γιατί δεν τη βρίσκω πουθενά. Τότε θυμάμαι πως την έβγαλα πριν μπω ,για μη χαλάσει η γυαλάδα της απ’ την τόση σκόνη, και ανακουφίζομαι. Σηκώνομαι προσεκτικά και ,αφού υπόσχομαι για εκατομμυριοστή φόρα με αποφασιστικότητα όμοια με τις προηγούμενες, πως δε θα ξαναμπώ, κλείνω την πόρτα, φοράω την ατσαλένια και αγρατζούνιστη πανοπλία μου και βγαίνω ξανά στο δρόμο με τον πολύ κόσμο ,ο οποίος για άλλη μια φορά θα επαινέσει τον ‘ατσαλένιο’ και ‘αγρατζούνιστο’ δυναμισμό μου.

Περπατάω, περπατάω, προσπερνάω βιτρίνες και φώτα, κι ενώ χαμογελάω αναίτια και ταξιδεύω με το βλέμμα μου σε γαλάζιες, ξεθωριασμένες εικόνες, πέφτω ξανά στο βούρκο που ήμουν και πριν και τραντάζομαι. Δεν τρομάζω απ’ το πέσιμο, η λάσπη ,βλέπεις, δε φεύγει με μια απλή βόλτα.. Η κλωστή του ονείρου ,όσο κι αν προσπαθούμε, δε χωράει απ’ την βελονότρυπα, αλλά ακόμη κι αν χωρέσει είναι τόσο εύκολο να σπάσει.. Κι αν σπάσει; Ποιος αντέχει να κρατηθεί απ’ ό, τι απομείνει;