Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

j'y suis jamais allé..


Καλησπέρα.
Επέστρεψα.
Ναι,τα κατάφερα.
Δηλαδή δεν τα κατάφερα ακριβώς, ‘καταφέρθηκε’ από μόνο του και για να πω την αλήθεια και μόνον την αλήθεια χωρίς φόβο και πάθος, δεν επέστρεψα ακριβώς. Βλέπεις ποτέ ξανά η ψυχή δε συμβίωσε δια αλληλογραφίας με το σώμα με διαφορά τόσων χιλιομέτρων αναστεναγμών και φρεσκοβαμμένων αναμνήσεων.

Καλησπέρα.
Επέστρεψα.
Δεν ξέρω εάν σε ενδιαφέρει. Εγώ απλώς το αναφέρω για να δηλώσω εμπράκτως ΑΠΟΥΣΑ από το εδώ. Ποτέ ξανά η παρουσία μου δεν υπήρξε τόσο κενή σκοπού και κυρίως τόσο κενή παρουσίας, γιατί ακόμη κι αν ψάχνω 1000 τρόπους για να την προβάλω ζωντανά στις οθόνες των άλλων, η δική μου οθόνη συντονίζεται μόνο σε privé συχνότητα.
Επέστρεψα λοιπόν, μεγαλοπρεπώς, όπως πάντα, πάτησα στο μαύρο χαλί και έφαγα στα σκουριασμένα κουτάλια, άρχισα τις βροχόλουστες βόλτες με το τρόλλεϋ και τη συλλογή κομπλιμέντων από τους περαστικούς.

Καλησπέρα.
Επέστρεψα.
Και το λέω απλώς για να το θυμάμαι που και που εγώ και μόνο εγώ, αφού κάνεις άλλος δε φαίνεται να ενδιαφέρεται ή μάλλον να αντιλαμβάνεται την επιστροφή μου. Βλέπεις, είμαστε φίλες με τις φίλες μας μέχρι να βρουν γκόμενο και κυρίως στο διάστημα μεταξύ του χωρισμού με τον προαναφερθέντα γκόμενο και της ευρέσεως νέου. Φυσικά, μετά ξανά προς τη δόξα τραβούν τα μηνύματα στους ιντερνετότοιχους, που βρωμάνε εξ αποστάσεως άπειρων χιλιομέτρων άρωμα Ιούδα και τα sms, που στάζουν αγάπη και μια δόση καβάτζας για τον επόμενο χωρισμό. Στο μεν πρώτο διάστημα, το ταξίδι σου των δύο ημερών ισοδυναμεί με τιμωρία στην κόλαση της ανυπαρξίας ώμου δεκτικού στα δάκρυα, στο δε δεύτερο, όταν τις ενημερώνεις για την επιστροφή σου, δε θυμούνται καν πως έχει υπάρξει αναχώρηση.

Καλησπέρα. Μην τρομάζεις. Δεν επέστρεψα ποτέ.
Ψέματα είπα πριν.
Αλήθεια, δεν επέστρεψα. Έμεινα τελικά.
Έμεινα για να μετανιώσω για κάθε επιστροφή.
Έμεινα για να σκίσω σε τρισεκατομμύρια κομμάτια όλα τα εισιτήρια του γυρισμού και να τα πετάξω απ’ το μπαλκόνι για να γεμίσει η πόλη επιστροφές και να με πείσει από μόνη της η καρδιά πως πρέπει να ακολουθήσω τα σημάδια.

Θέλω κάποια στιγμή να μάθω να πετάω με μάτια ανοιχτά πάνω απ’ όλα τα κομμάτια μου και με ένα άγγιγμα να τα ενώνω. Να την κάνω σημαία την πρώην μοναξιά μου με κεντημένο αστέρι και ήλιο κατακόκκινο.
Θέλω κάποτε να ρίξω πάνω μου την αστερόσκονη, που έχω τυλιγμένη μες στο αλουμινόχαρτο και να μη ντραπώ να βγω ως το περίπτερο έτσι πνιγμένη στο "λαμέ".
Θέλω μια νύχτα να βγω κρυφά απ’ το σπίτι με τις πιζάμες, να πάρω μια τεράστια γυάλινη σκάλα και να ανέβω στο φεγγάρι.
Θέλω μια μέρα να μη με ενδιαφέρει, εάν θα γλιστρήσει και θα σπάσει η σκάλα.
Θέλω μια μέρα να μη με ενδιαφέρουν τα κατεβάσματα.
Θέλω μια μέρα το "τίποτα" να σημαίνει τα "πάντα".
Θέλω μια μέρα να κλείνω τα μάτια και απλώς να φαντάζομαι, όχι άλλο να θυμάμαι.
Θέλω μια νύχτα έστω ένα αστέρι να ακούσει την ευχή μου.
Θέλω μια μέρα να μη θέλω τίποτα.

Καληνύχτα.
Μη φοβάσαι.
Για πάντα θα επιστρέφω.