Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

"η ικανοποίηση δεν έρχεται να μας βρει από μόνη της,εμείς την ανακαλύπτουμε" μου είπε ΜΙΑ 'σοφός'...


Με τα μάτια χαμηλωμένα και την αυτοπεποίθηση ως αγνώστου σημασίας λέξη θα το καταπιώ και αυτό. Άλλη μια ήττα, τώρα που είχα αρχίσει να συνηθίζω στις μικρές νίκες, τώρα που δάγκωσα τα χείλη και είπα «πάμε μπροστά»,έπεσα πάλι σε τοίχο και έσπασα τα μούτρα μου. Θα το καταπιώ και αυτό… Έχω μάθει να φυλάω αψεγάδιαστη την πολύχρωμη μάσκα μου, έτσι, πάλι κανείς δε θα καταλάβει τίποτα. Θα λέω χαμογελαστή τα νέα μου, θα απλώνω με περίσσεια ευγένεια το χέρι σε κάθε καινούριο «φίλο» που θα μου γνωρίζουν, θα στέλνω αστεία μηνύματα, θα ανοίγω κάθε πρωί το παράθυρο για να μπαίνει ο ήλιος, θα ποτίζω τις καινούριες γλάστρες που πήρε η μαμά μου για το μπαλκόνι μας, θα δίνω στον αδερφό μου δασκαλίστικες συμβουλές που οδηγούν σε μια δήθεν ευτυχία, θα σχεδιάζω με απέραντη ανυπομονησία το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, θα βγαίνω κάθε βράδυ και θα χαμογελάω με το πιο αστραφτερό μου χαμόγελο στις φωτογραφικές μηχανές που θα με κοιτούν…Θα το καταπιώ και αυτό… και ας είναι σα γουλιά νερού που ‘κάθισε’ στο λαιμό μου την ώρα που είχα αρχίσει να δροσίζομαι…Θα το καταπιώ κ αυτό… Θα κλείσω τα μάτια σφιχτά ,σαν παιδάκι που φοβάται μη μπει σαμπουάν στα μάτια του, και φωνάζοντας δυνατά «άμπρα-κατάμπρα» θα ξεχάσω τα πάντα πετώντας με τη μαγική μου σκούπα στη Χώρα των θαυμάτων. Δε μου μένει και τίποτε άλλο να κάνω αφού και η υπομονή μου μετατράπηκε σε παγωμάρα και μούδιασμα.

Ίσως ,ή μάλλον, σίγουρα, είναι άλλη μια απόδειξη της στιγμιαίας εκείνης επιπολαιότητας και του λάθος αριθμού δίπλα στο λάθος κουτάκι.

Ίσως κάποια λάθη πρέπει να μας ‘τσιμπήσουν’ για να ψάξουμε μόνοι να βρούμε το κεντρί








κ όμως,δεν ξέρω εάν κάποτε θα καταφέρω να το καταπιώ...

Τρίτη 4 Μαΐου 2010

ανάμεσα στο ‘περίμενε’ και στο ‘καθόλου’..


Ήταν μικρό κορίτσι και έγινε «ολόκληρη κοπέλα» …τα μαλλιά της από κατάξανθα άρχισαν με τα χρόνια να σκουραίνουν και να περνούν από όλους τους τόνους του καστανού, πήγε από το small στο large και από τις κίτρινες μπαλαρίνες στις μαύρες γόβες, σταμάτησε να κάνει ορθογραφικά λάθη και έγινε ο ‘Μπαμπινιώτης’ της παρέας, διάβαζε ποίηση και λογοτεχνία, έπαιζε τον Ελύτη στα δάχτυλα και γέμιζε τα τετράδιά της με στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου, έγραφε τραγούδια και ένιωθε ελεύθερη, ζωγράφιζε τα όνειρα της με αστερόσκονη και ήλπιζε πως ,όταν θα έρθει η ώρα να τη φυσήξει, θα της ανοίξει η μαγική πόρτα για ‘τον κόσμο με τα θαύματα’ ,έπαιζε την έξυπνη που και που, πίστευε στο παραμύθι της Σταχτοπούτας και στον ερχομό του πρίγκιπα, έφτιαχνε σχέδια για ταξίδια στη Θεσσαλονίκη και στα νησιά, έκλεινε τα μάτια και ανέβαινε σε σκάλες που ήταν σίγουρη πως κάποτε θα κατορθώνει να ατενίζει από ψηλά, έχτιζε είδωλα για όλους τους «ήρωες» που την περιτριγύριζαν, έκανε μεγάλα βήματα και ήθελε να τα μεγαλώσει κι άλλο…
ήταν μικρό κορίτσι και έγινε «ολόκληρη κοπέλα»… τα μαλλιά της ήταν τόσα πολλά και εκνευριζόταν όταν δε μπορούσε να τα φτιάξει, μίσησε το large και έσπασε τα τακούνια απ ‘τις γόβες της, κουράστηκε να διορθώνει τους πάντες και να επισημαίνει πως είναι ‘Το στυλό’ και όχι Ό στυλός’, διάβαζε ποίηση και λογοτεχνία και έκλαιγε, έπαιζε τον Ελύτη στα δάχτυλα και γέμιζε τα τετράδιά της με στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου κι ας ήξερε ότι «το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο δεν το αντέχουν οι άνθρωποι», έγραφε τραγούδια και έδενε τα χέρια της με ακόμη περισσότερα σχοινιά, δε ζωγράφιζε, δεν είχε όνειρα, δεν ήλπιζε, δεν πίστευε σε ψευτο-ιστορίες που ο ήλιος μπαίνει από τα παράθυρα και γεμίζει τα καλάθια μ ε ροζ κέικ, σταμάτησε να παίζει την έξυπνη γιατί διαπίστωσε ότι ποτέ δεν ήταν, η Σταχτοπούτα ήταν απλώς μια μουτζουρωμένη ρακένδυτη που κλαιγόταν και ο πρίγκιπας έχασε την πυξίδα του, έφτιαχνε σχέδια για ταξίδια στη Θεσσαλονίκη ελπίζοντας πως θα χάσει το εισιτήριο του γυριμού και δεν πήγαινε στα νησιά, έπεσε από όλες τις σκάλες και τσάκισε τα πόδια της, έχασε όλους αυτούς τους ανθρώπους που για της ζωή της ήταν τόσο αναγκαίοι όσο το καθημερινό γλυκό, δεν περπατούσε πια, είχε ξεχάσει να ανοίγει το βήμα της… ήταν μικρό κορίτσι και πόσο μετανιώνει που κάποτε ήθελε να μεγαλώσει…

Δευτέρα 26 Απριλίου 2010

ανφεαρ...


κ όταν όλοι γυρεύουν μορφές μες στον καθρέφτη
εσύ απλώς τις αγνοείς, «ιδεώδης εν τη λύπει σου»-πόσα χρόνια ακόμη θα με βασανίζει αυτή η φράση-
αναζητώντας κάτι λιγότερο απ’ αυτό που θες και κάτι περισσότερο απ’ αυτό που σου προσφέρουν
απλό; πολυσύνθετο; σημαντικό; απαρατήρητο;
πάντως για σένα θα είναι πάντοτε το ζητούμενο, το πολυπόθητο, ο θησαυρός
ή ίσως και λίγες γραμμές απ’ το ημερολόγιο σου
ή ίσως και λίγες σκέψεις από τις σκέψεις σου
ή ίσως και μία ανάγκη από τις ανάγκες σου
ίσως και Η ΑΝΑΓΚΗ ΣΟΥ…
η ίδια ανάγκη που θέλει να πει: «μη φεύγεις, δε μπορώ άλλο να κοιτάω στον καθρέφτη και να βλέπω μόνο μια σκιά, μπορεί να μη μου είσαι απαραίτητος αλλά μου είσαι αναγκαίος για όλα αυτά που δεν έζησα, για όλα αυτά που έχω χάσει, για όσα δε μ’ άφησαν να δω ,τόσα χρόνια.. πόσα χρόνια;»

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

μηδέν στα γκάζια....



Αδράνεια… πλήρης, γειωτική, κολασμένη, απόλυτη αδράνεια, αδράνεια του τίποτα και του καθόλου, αδράνεια του ‘‘αρκούμαι στο ‘υπό του μηδενός ‘ και δε γουστάρω τίποτα και κανέναν να με ταρακουνήσει από ‘κει’’. Ζω στο δικό μου λήθαργο, όπου τα πάντα κινούνται αιώνια τριγύρω από το «ΔΕΝ», άρα δεν κινούνται. Και όταν φθάνεις να ξύνεις τον πάτο του ξερού πηγαδιού μέχρι να ματώσουν τα νύχια σου, με την ελπίδα να βρεις νερό ,έστω και λασπωμένο, όταν ξεφουσκώνουν σαν τα ξεχασμένα μπαλόνια του χθεσινού πάρτι όσα παραμύθια είχες χτίσει νομίζοντας πως είναι οι υπέρτατες αλήθειες, όταν απ’ τη μέση του κύκλου ξαφνικά βρίσκεσαι στον πάγκο των αναπληρωματικών, όταν χάνεις τη δύναμη να φοράς την καθημερινή μάσκα ευτυχίας και αδιαφορείς για όλα αυτά τα διακριτικά αδιάκριτα «γιατί;» και τα «πώς;», όταν το αύριο που κάποτε διεκδικούσες με όλη σου τη στεντόρεια φωνή πλέον δε σε νοιάζει καν τι χρώμα θα έχει, απλώς παίρνεις τη μεγάλη απόφαση, ή να κινήσεις το πούλι σου στο τετράγωνο της αφετηρίας ή να επισπεύσεις τη λήξη. Και τα δύο πονάνε, το πρώτο πολύ, το δεύτερο περισσότερο. Αλλά δεν έχει χώρο για πολλές σκέψεις όταν τίποτα δε σφίγγεις πια στο χέρι σου παρά μόνο χαρακιές και όταν όλες οι εναπομείνασες ελπίδες βρήκαν την έξοδο στις τρύπιες τσέπες ,που από πείσμα δε θέλησες ποτέ να ράψεις… Και τι μπορείς να κάνεις τότε; προσευχές, σταυρούς, δεήσεις, φανουρόπιτες ή να στέκεσαι σιωπώντας και παρακολουθώντας προσηλωμένος το επόμενο επεισόδιο( εάν ‘παιχτεί’ ποτέ).Και τι μπορείς να κάνεις δηλαδή;Ένα τίποτα με μανδύα σημασίας…

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

τρεις τελίες και ένα "Χ"...


Πάλι στις 5 με πήρε ο ύπνος, μόνη μου φυσικά, και έτσι για άλλη μια φορά ξύπνησα μεσημέρι.Πάει η μισή μέρα, όχι ότι θα έκανα κάτι ιδιαίτερο, αλλά τέλος πάντων…Γιατί κοιμήθηκα τόσο αργά; Δεν ξέρω, αλήθεια δεν ξέρω. Χάζεψα για λίγο στο internet, άλλαξα παθητικά για καμιά εικοσαριά φορές τα κανάλια στην τηλεόραση, πήρα δυο φίλους στο τέλος και τους είπα να περάσουν απ’ το σπίτι…και ήρθαν…και έφυγαν…και μετά έμεινα πάλι μόνη μου να παλεύω με το χρόνο και τις σκέψεις. Είπα να καθίσω να γράψω κάτι, έπιασα το μολύβι στο χέρι μου…μόνο μουτζούρες.. Λέξεις που δεν ταίριαζαν μεταξύ τους, εικόνες που τσακώνονταν για το ποια θα μπει πρώτη στη γραμμή, προτάσεις χαζές και τόσο παιδικές, στίχοι άσκοποι, αναμασημένη τροφή στα δόντια μου που ήθελα να νομίζω ότι εγώ την άλεσα για πρώτη φορά. Λόγος γεμάτος ασύνδετα ,ως ποιητικά σχήματα λόγου και ως κυνικά σχήματα ζωής.Μουτζούρες, αναμαλλιασμένες γραμμές που φεύγουν απ’ το μολύβι μου γρήγορα, πριν προλάβω να δω τις ανοησίες που έγραψα.Κι όσο αυτή η ‘κράμπα’ στο χέρι και στο μυαλό ή και την ψυχή δε μ’ αφήνει να προχωρήσω στην επόμενη γραμμή, τόσο αρχίζει να επιβεβαιώνεται μέσα μου μια φοβία που φωνάζει πως δε μου έχει μείνει τίποτα στέρεο πια, ένας χαρακτηρισμός για τον εαυτό μου που δε θέλω ποτέ να φέρω στα χείλη μου κι όμως αρχίζει να ανεβαίνει και να ανεβαίνει και να ανεβαίνει.. και αυτό το στερητικό του «α-» πόσο με ανατριχιάζει, θεέ μου…όχι, όχι σταμάτα, είναι αβάσταχτο όλο αυτό, είναι πέρα απ’ όσα μπορώ να αντέξω, ακούς; εσύ εκεί μέσα, σταμάτα, σε παρακαλώ..εσύ απέναντι στον καθρέφτη, σώπασε για λίγο ή και για πάντα……………………………............................ και μια αγνώστου προελεύσεως δύναμη μου σφίγγει τα χέρια και χωρίς να καταλαβαίνω τι κάνω σπάω το μολύβι σε δυο κομμάτια, άνισα μεταξύ τους, όπως και όλες οι ‘σπασμένες’ καταστάσεις στη ζωή μου.Άνισες, πρώην αρτιότητες που ράγισαν στο πρώτο φύσημα, άλλες κατάφεραν να κουκουλωθούν κάτω από ζεστά παπλώματα, άλλες δεν πρόλαβαν καν να ψιθυρίσουν ‘βοήθεια’.Και τι μου έμεινε πια να κάνω; 4 τα ξημερώματα σε ένα ‘άδειο’ σπίτι, καθισμένη σε μια καρέκλα που δεν ξέρω εάν με αντέχει για πολύ ακόμη, με ένα μολύβι άνισα σπασμένο και ένα χαρτί γεμάτο από ‘τίποτα’…;Απολογισμός, απολογισμός της ζωής ή και της ανυπαρξίας, να τι μου έμεινε να κάνω τώρα που όλα πια ‘έσπασαν’. Μια λίστα, μια μπακαλίστικη λίστα που πρόχειρα και τρομακτικά αποτυπώνει τα ‘χρέη’ μιας 18χρονης ζωής… Νωρίς το πρωί για να κάνω κάτι τέτοιο, νωρίς στη ζωή μου για να τα παρατάω όλα, αργά το βράδυ για να κάνω κάτι τέτοιο, αργά στη ζωή μου για να σβήσω όλα τα λάθη... Με το μισό μου πια μολύβι φτιάχνω μια ολόκληρη λίστα.Και βάζω πολλά..βάζω πως ξεχειλίζω απ’ όλα στη ζωή μου, απ’ την αγάπη, απ’ το σεβασμό των άλλων, απ’ το τζιν που αγόρασα πριν 2 μήνες, απ’ τις επιπόλαιες επιλογές μου που μου στοίχισαν ένα μέλλον, πως έκλεινα τα μάτια μπροστά στο γκρεμό και άνοιγα το βήμα μου λέγοντας «δεν είδα καλά», πως κράτησα ανθρώπους στο πλάι μου που ενώ τους ένιωθα δίπλα μου εκείνοι ήταν πάντοτε απέναντί μου..βάζω ακόμη άλλο ένα ‘τικ’ σε όλη εκείνη την αγάπη που παίρνω και δε δίνω ποτέ αλλά και όλη εκείνη την αγάπη που προσφέρω χωρίς να μου επιστρέφεται το ‘αντίτιμο’ που θέλω (τα πιο αχάριστα και ανικανοποίητα πλάσματα εμείς οι άνθρωποι…),έναν έρωτα ,ή τέλος πάντων ό,τι ήταν αυτό, που δεν κατάφερε να ξεφύγει απ’ το ‘μια φορά και έναν καιρό’ και ποτέ δεν είδε το ‘ ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα’, ένα ζευγάρι παπούτσια μπαλέτου που άφησα να χάσουν το χρώμα τους, τις ευκαιρίες που δεν άγγιξα από φόβο μήπως με ‘αγγίξουν’ πρώτες, όλες εκείνες τις λάθος συμπεριφορές και τα καταναγκαστικά και ταυτοχρόνως ηθελημένα ‘ναι’ και ‘όχι’ που είπα και δυο χέρια, χέρια γεμάτα πληγές αλλά πάντα απλωμένα να κρατήσουν τον κάθε ‘ασταθή’ ,άλλοι άρχισαν να τις ξύνουν, άλλοι απλώς τις αγνόησαν, άλλοι δεν τις είδαν καν..γεμάτα πληγές και πότε θα κλείσουν…; τόσα λάθη, τόσα ‘ίσως’ τόσες νύχτες χωρίς ύπνο, μάτια πρησμένα και μισόκλειστα…ας ανοίξουν μια και καλή ή ας κλείσουν για πάντα…

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

..(στης Ανατολής τα μέρη)μια φορά κι έναν καιρό...


...κ είπα θα φύγω από εκεί,θα πάρω τ τραίνο κ όπου με βγάλει.. κάπου μακρυά από την καταπίεση και την ανάγκη να ικανοποιήσω το ανικανοποίητο,μακρυά από όσα μου θυμίζουν πως πάντα μια λάθος επιλογή θα κυνηγάει τα όνειρα μου,μακρυά από αυτήν τη ζωή ,που μόνη μου έχτισα μέσα σε ελπίδες και προαισθήσεις καταφέρνοντας απλώς να την κλείσω σε ένα συμβιβασμό...κ έτσι, για λίγο χάθηκα κ εγώ μέσα στα φώτα της Αριστοτέλους, μέσα στις μυρωδιές του φρέσκου τσουρεκιού και του θεάματος και τα άφησα όλα πίσω...για 5 μέρες,ή μάλλον 4 και κάτι ώρες...τόσο λίγο μέσα στην απεραντοσύνη του χρόνου, μα τόσο πολύ για τους ρυθμούς της σύγχρονης αναισθητοποίησης.......και την επόμενη φορά(που το υπόσχομαι,θα είναι σύντομα)θα περιμένω και πάλι στο δρόμο,καραολή και δημητρίου(κ αυτή τη φορά δε θα αργήσω :) ) για να μπω στον 'κουβα' σου και να πάμε 'κάπου',κάπου μακρυά από το δικό μου "εδώ"... ξέρω πως μπορεί Εκείνος ,στον οποίο κάθε βράδυ προσεύχομαι, να με έφτιαξε απλώς ως μια μαύρη πινελιά μέσα στον καμβά του ,όμως, μου έδωσε το προνόμιο να ζω δίπλα σε τόσες πολύχρωμες............
"οι επιβάτες για Αθήνα παρακαλούνται να επιβιβαστούν στην αμαξοστοιχία νούμερο ..."
....τέλος...


ραντεβού στις νυχτερινές μας αναλύσεις...

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

νυχτερινές 'περιπλανήσεις'...


…μα πώς να σε ξεχάσω; βρες έναν τρόπο, ένα λόγο, ένα άλλοθι για να μην είσαι εσύ ο φταίχτης…. να μην είσαι εσύ ο κλέφτης…
όλοι σε νομίζουν απλώς άλλο ένα πείσμα μου, μια σκέψη της στιγμής…
κανείς, ποτέ, στον κόσμο ολόκληρο δε θα μπορέσει να καταλάβει, πως ξυπνώ το πρωί για να σε ονειρεύομαι το βράδυ, πως μόνο μια εικόνα σου μπορεί να με κάνει να κλαίω και να γελάω στην ίδια φωτογραφία….
πάντα με το καλοσιδερομένο σου πουκάμισο ,που έχει πάντα ένα μικρό τσαλάκωμα στο δεξί μανίκι, λες και αυτό το σημείο δε θέλει να μπει στην καθώς πρέπει σειρά σου, λες και είναι το μόνο σημείο που δε θέλει να μπει στην καθώς πρέπει σειρά σου! κ εγώ που μισώ τα πουκάμισα, το δικό σου το λατρεύω, ή μπορεί και να το ζηλεύω λίγο, είναι που σ’ ακουμπάει χωρίς ενδοιασμούς.
Αλλά τι τα θες ;
ένα ύφασμα είναι μόνο, ένα μετάξι ίσως και λίγο συνθετικό, άψυχο, άχρωμο, αδιάφορο. Και αυτό το χαρακτηριστικό σου περπάτημα, οι φίλες μου γελούν με αυτό, λένε πως είναι «περίεργο»…
και; εμένα μ’ αρέσουν τα «περίεργα»..
Μα και αυτό που βιώνω δεν είναι «περίεργο»; να σ’ αγαπώ πιο πολύ απ’ ότι αγάπησα το πρώτο μου βιβλίο, πιο πολύ από την πρώτη μου δασκάλα, πιο πολύ από το παιδικό μου κρεβάτι, πιο πολύ από τη μυρωδιά της ρόμπας της μαμάς μου και το λουλουδάτο άρωμά της… ;
αν μπορούσα να το φωνάξω τόσο δυνατά όσο αρκεί για να μπει μες στην ψυχή σαν αεράκι ανοιξιάτικο, αυτό το αεράκι που σε γλιτώνει από την ανεπιθύμητη ζέστη αλλά ταυτοχρόνως σε ψύχει λιγάκι… αν ήξερες… αν μπορούσες πίσω από τη σοβαροφάνεια του γραφικού μου χαρακτήρα να διαβάσεις τις στάλες μου, ακόμη κ αν δεν τις έπινες ποτέ, εγώ θα ήμουν ευτυχισμένη.
Ακόμη κι έτσι, τυλιγμένη μέσα στη γαλάζια μοναξιά μου, περιτριγυρισμένη από την ευωδία της αγάπης και της προσμονής, κλεισμένη στο όνειρο πριν αυτό γίνει εφιάλτης, παραδομένη σε μια τρέλα, την πιο μεγάλη της ζωής μου, ξεχασμένη σαν κιτρινισμένο χαρτί και γαριασμένες δαντέλες σε ξεφτισμένα συρτάρια γεμάτα ναφθαλίνη και παιδικά λευκώματα, μονάχη στο πιο πολύβουο μέρος του κόσμου, στην καρδιά της πίστης και του μεγάλου καθρέφτη, μισοπνιγμένη στα δάκρυα που ποτάμια χύνω για τον έρωτα μου το μεγάλο, νεκρή μέσα στο άνθισμα της ζωής μου, τα βλέφαρα πάντα θα ανοίγω όταν θα σηκώνεις το βλέμμα σου, ακόμη κι αν δε θυμάσαι το χρώμα των ματιών μου...