Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

[Δύο χέρια πλαστικά]

Θα φτιάξω δύο χέρια πλαστικά, να μ’ αγκαλιάζουν τις νύχτες που φοβάμαι. Να είναι εκεί, σχεδόν ανέγγιχτα από προηγούμενο χέρι κι έτσι να αντέχουν τις δικές μου γρατζουνιές.
Κι εγώ τις δικές τους.
Να έχουν δάχτυλα μαλακά, να μου χαϊδεύουν τα μαλλιά όταν κοιμάμαι. Πόσο μου αρέσει να μου χαϊδεύουν τα μαλλιά...
Να μου χαϊδεύουν την πλάτη στοργικά, να μου γυρνούν το σώμα ξαφνικά και με γλύκα να ακουμπούν στην καρδιά μου. Να τα αγκαλιάζω κι εγώ όταν τρέμουν από το κρύο, όταν ταράζονται από εφιάλτες ή όταν τους ζουν στον ξύπνιο τους.
Θα φτιάξω δύο χέρια πλαστικά, να μ’ αγκαλιάζουν χωρίς να υπάρχει λόγος.
...και αυτή να είναι η μόνη αφορμή τους...

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Το σπασμένο τηλέφωνο


Κι αναρωτιέμαι πόσα «με ματαιώνεις» χωράνε σε μία ματαίωση.


(*Πηγή 
φωτογραφίας  https://www.flickr.com/photos/tantrum_dan/2257134624/in/photolist-4rspud-i9kAuH-bAKP4N-aGwfC4-dg6jAj-66KGm2-5Sm5AJ-2fp8r-aAWw9P-bjW5jN-z2PTi-rjXGfU-bA3xo4-pb7j1x-6X2c9m-xNFYR-Gc6GJ-bmHdtF-Q4uwH-aCN9HJ-6dznK9-28bB9-kMeQub-e4MqaX-5SsspL-efqGo3-dzSaVF-rPzr6d-qeNgm8-3d28KP-o4ZZtD-zDrCRy-eG5WGf-sBts9U-uYmPmx-a14Hiv-knEqLd-4xd6Se-nhg2jw-3LmDG7-zco5rj-5SFhpf-717KzN-d3WtrU-rjGFMC-hioLSe-e7Uokc-bob3-Bwi4SM-qWy9pG)

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Εκτελώντας...

Αναμονή.
Αναμονή για την απάντηση. Τριήμερη αναμονή, σαν τα γλέντια. Μόνο που εδώ δε χόρεψε κανείς από χαρά. Κοίτα να δεις ειρωνεία, πάλι εγώ είμαι αυτή που περιμένει την απάντηση. Εγώ, που μια ζωή ποτέ δεν έθετα το ερώτημα. Μην αγγίξω, μην παραβιάσω, μη βιάσω τις καταστάσεις. Κι ας κατέληγαν να βιάζουν εκείνες εμένα με συναίνεση απόλυτη, δηλωθείσα εκ της διευθύνσεως. Ναι, που λες αναμονή και λίγος έρως στα σκαριά. Μόνο που αυτή τη φορά, πρώτη φορά, το αντικείμενο του πόθου ταυτίζεται με το υποκείμενο του ρήματος σε ιδιότητα. Διαφορετικό και όμορφο κι ας μην ξέρω καν πώς ηχεί η φωνή του στο τηλέφωνο ή πώς βαραίνει το βλέμμα του όταν τον παίρνουν αγκαλιά.
Αναμονή ξανά, στην ουρά των εισιτηρίων.
Στο θέατρο με τη Γ. μου, για να κοπώ –ω! μα τι έκπληξις!- κομμάτια μαζί με εκείνα τα λόγια της πρωταγωνίστριας που θα λένε «Πηνελόπη, δε σου φτάνουν πια οι λέξεις» και με τα κόκκινα μάτια της Γ. μου, σε απόλυτα κακό χρωματικό συνδυασμό με τα μωβ της χείλη, την ώρα που θα την αφήνω για να περάσει το δρόμο. Όλα κομμάτια και όλα στα κομμάτια τους δοσμένα. Πώς γίνονται έτσι οι άνθρωποι; Πώς αφήνουν τα όπλα στην άκρη, στην ευκολία της άφεσης στο τίποτα; Και αυτός ο φόβος, Θεέ μου, της παρομοίωσης με την ηρωίδα, της κατάληξης σε αυτόν το μέλλοντα χρόνο που οι φιλόλογοι από ευγένεια ονόμασαν συντελεσμένο. Εκτελεσμένο να τον λες. Εκτελεσμένος από τα ίδια μου τα χέρια, στημένος στον τοίχο του δωματίου μου, δίπλα από το άδειο κάδρο του πτυχίου και ενός πιάνου ανέγγιχτου από δάχτυλο. «Μέλλων χρόνος κεκομμένος δια των χειρών της ιδιοκτήτριας εις μέρη πολλά, εις μέρη άνισα μοιρασμένα και ισοτίμως διασκορπισμένα εις το αχανές τοπίο.». Σπάει η ψυχή μου, το νιώθω, η ψυχή που εκείνος ο «φίλος» με σθένος ονόμαζε μεγάλη και αγνή, με το ίδιο σθένος που την πρόδωσε αποδίδοντάς της τη μεγαλύτερη φθήνια, τόσο μεγάλη, που μέχρι κι εγώ άρχισα να αμφιβάλλω. Σπάει η ψυχή μου στα ομόρριζά της, στα υποκατάστατα προϊόντα. Γίνεται ψυχώσεις. Γίνεται «περίπου». Αρρωσταίνει. Αρρωσταίνω. Πρώτη φορά ο συγχρονισμός μας δε βοηθά στις συνθήκες.
Αυτοεγκαταλείπομαι με μια άφεση αμαρτιών, που δεν την πρόδωσα την καρδούλα μου στα δύσκολα, μόνο στα άγνωστα την άφησα μόνη. Γιατί δεν αντέχω. Γιατί δε θέλω αλλιώς. Γιατί τις προάλλες με ρώτησες πού μένω και εγώ, από ντροπή, δε στο ‘πα. Στο τέλμα του δρόμου.

*Πηγή φωτογραφίας: https://www.flickr.com/photos/asiseeit5/14154195770/in/photolist-nyKXh7-5HCXi5-5oGQEw-nPM5Yy-9fw2Je-kHCuLx-aZQDUK-aABcYW-5YJy8G-5qaSQn-4uLvdu-a8XuHX-6AkigH-4Ye9Xu-7mmZTh-6FPTgy-7G3BiK-aWvZyX-Bbd5B-5EenQa-c59zxA-66Xf4G-5YFqRz-6dWdPk-dFmTrc-5mZiC5-5YVv5Q-dAqXgQ-55HyKM-4q2UC3-axY9cj-euHsM-7XLydi-6yuipp-dKFtN3-egMwCX-9Vnx7S-dLGKa2-sgVefP-6jjwuu-sj9k76-7if622-7mmZT9 bVWco5-nVg6Fj-denqKQ-6zEkGk-dy7DgK-5jb45Q-bpYvBH

Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Κάτι σαν αθανασία...


Μια φορά κι έναν καιρό, μια γυναίκα γέννησε ένα παιδί. Από εκείνη την ημέρα δεσμεύτηκε να το γεννάει κάθε πρωί.
Για πάντα.
Το πρωί, του μάθαινε πώς να μιλά και πώς να κουνάει τα χέρια του, πώς να περπατά και πώς να ανοίγει το βήμα του. Το απόγευμα, του έδειχνε πώς να πιάνει το μολύβι, πώς να τρέχει, πώς να φυλάγεται. Το βράδυ, του μάθαινε να ανοίγει τα παράθυρα, αλλά να βγαίνει μόνο από τις πόρτες, να ξεχωρίζει τα αγκάθια ένα- ένα και να μην τα αφήνει να προλάβουν να του κάνουν μεγάλο κακό, ακόμη κι αν το τρυπήσουν. Και το χάραμα, εκεί, λίγο πριν ξημερώσει, το έχριζε καλλιτέχνη στη μεγάλη τέχνη της αγάπης, τη μεγαλύτερη όλων. Σε εκείνη την τέχνη που δε χωρούν μαθήματα ασφαλούς πτήσης και που η ετυμολογία της και μόνο χωρά την αρχή και το τέλος των πάντων, χαραγμένα σε πέντε γράμματα, τα οποία σχεδόν ειρωνικά ξεκινούν με το «α» για να τελειώσουν στο «ω». Κι έτσι, κάθε μέρα κι εκείνη έφθανε λίγο πιο κοντά σε εκείνο το «για πάντα». Άλλωστε, ήξερε πως τώρα πια δε θα πέθαινε ποτέ...
Ήρθε, όμως καιρός, που η μέρα έφερε νύχτα κι έτσι το παιδί χάθηκε και έχασε κι εκείνη από κοντά του. Τώρα πια, ήταν πολύ κοντά αλλά και πολύ μακριά. Κι έτσι, δεν ήταν σίγουρο εάν είναι ακόμη ζωντανό ή όχι. Άλλωστε, σε αυτόν τον πλανήτη όπου είχε βρεθεί, δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί να του το ξεκαθαρίσει.
Μια φορά κι έναν καιρό, το παιδί βρήκε στο χέρι του ζωγραφισμένο ένα αστέρι, όμοιο με φυλαχτό. Απόρησε. Το αστέρι σημαίνει φως και το φως σημαίνει ζωή. Ναι, μα εκείνο είχε χάσει τη δική του. Απόρησε ξανά. Αλλά η ιστορία του ήρθε και συνεχίστηκε χωρίς να το ρωτήσει, έτσι:
Μια φορά κι έναν καιρό το παιδί γεννήθηκε για δεύτερη φορά από μια άλλη γυναίκα. Από εκείνη την ημέρα ξεκίνησε να του γεννάει κάθε πρωί τους μεγαλύτερους δρόμους και να του αφήνει την ελευθερία να τους περπατά. «Τώρα είσαι στο χώρα της συγχορδίας» του έλεγε. Δεν κατάλαβε πολλά, αλλά η λέξη «συγχορδία» είχε μπροστά το «συν» και αυτό του έφτανε. Το παιδί είχε ξεχάσει από λέξεις, πια, έτσι εκείνη του μιλούσε με μουσικές. Ξεκίνησε με κάτι διστακτικές χαμηλές νότες και το έμαθε να ψιθυρίζει. Κάθε μέρα έπαιρνε μια μελωδία στα χέρια της, την έγδυνε, του την άφηνε στις παλάμες και του έλεγε «ζωγράφισέ την». Κι έτσι το παιδί έμαθε τι σημαίνει «χρώμα» και κυρίως πώς να πιάνει το «πινέλο». Ο καιρός περνούσε και οι νότες άρχισαν να ανεβαίνουν, μέχρι που μια μέρα το ‘σκασαν από το πιάνο της και άρχισαν να πηδούν στον αέρα. Η πτήση είχε ήδη αρχίσει και ο προορισμός ήταν η γη της Αλήθειας.
«Και τώρα θα πετάξεις» του είπε. Κι εκείνο πέταξε.
Και πετάει ακόμη... Κι έχει πάντα εκείνο το αστεράκι ζωγραφισμένο στο χέρι του, όμοιο με φυλαχτό. Από εκείνη τη δεύτερη γυναίκα, που δεν το γέννησε ποτέ κι όμως το γεννάει κάθε φορά απ’ την αρχή!

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Απόκρυφες γραφές

                                                       (Oil painting by Robin Rosenthal )


Να ερωτευτώ. Εσένα που υπάρχεις αλλά δε με έχεις βρει ακόμη.

Τώρα κάπου τριγυρνάς και εγώ το αγνοώ. Εγώ σε αγνοώ. Εσύ με αγνοείς.
Αλήθεια έχεις γεννηθεί; Έχεις ήδη υπάρξει;
Τα χέρια σου, τους ώμους σου καθώς θα παίρνουν άλλο σχήμα όταν θα με αγκαλιάζεις. Πιο εύκαμπτοι, πιο μαλακοί, πιο ευάλωτοι, πιο κοντά ο ένας στον άλλο.
Το σχήμα σου, το περίγραμμα που θα σε εσωκλείει. Και θα σε ορίζει. Και θα σε περιορίζει, όπως κάθε σύνορο.
Τη λαγνεία σου. Τον ήχο της κρυφής επιθυμίας. Τον ήχο που κάνει ο έρωτάς σου. Κι ας είναι θόρυβος. Μπορεί και ψίθυρος. Θα το αντέξω.
Να ερωτευτώ τα μάτια σου. Που θα τα κοιτάζω εξερευνώντας τον πλανήτη τους και θα χάνομαι σε όλα εκείνα που δε θα ξέρω, σε εκείνα που θα με τυραννούν και πεποιθήσει δε θα μάθω ποτέ. Τα μάτια σου. Δύο στο σύνολο. Και όμως, με υπόσταση ενός. Προορισμένα να κοιτούν και τα δύο αιώνια την ίδια εικόνα.
Και να ταυτίζονται, εάν θέλουν να επιζήσουν.
Να ερωτευτώ.
Μια αλήθεια. Ή και όχι.
Στ’ αλήθεια.

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Όνειρο: ένα

Ελεύθερη...
Με πόδια σφιχτά στο πάτωμα καρφωμένα, με μαλλιά να μπλέκονται και να κρύβουν τα μάτια, με ένα δίχτυ να ρουφάει τους θορύβους, με ένα τρέμουλο να τραβάει γραμμή και ανορθόδοξα οι τεθλασμένες να γίνονται ευθείες.
Πόρτα κλειδωμένη,
παράθυρο σφραγισμένο,
τετραγωνικά μέτρα: πέντε.
Όνειρο: ένα.

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Η αλήθεια μου


Θα μπορούσα να γράψω τα πιο όμορφα λόγια για σένα.
Θα μπορούσα να τραγουδάω από το πρωί έως το βράδυ τα κατορθώματά σου.
Θα μπορούσα να γράψω ποιήματα, σελίδες ολόκληρες, μυθιστορήματα και νουβέλες για τα δυο σου χέρια μόνο.
Σε έμαθα πια.
Μετά από 20 χρόνια ταυτόσημης ζωής και 9 μήνες «συγκατοίκησης», σε έμαθα.
Πότε γελάς, πότε κλαις, πότε ελπίζεις, πότε φοβάσαι.
Σε έμαθα πια.
Ακόμη και τον αναστεναγμό σου έμαθα να υπομένω.
Έμαθα και να τον μιμούμαι. Ολόιδια τον κάνω. Αλήθεια.
Έμαθα. Με έμαθες. Με μαθαίνεις.
Κάθε μέρα.
Ακόμη και η σιωπή σου κουβαλάει εμπειρία.
Και τα χέρια σου.
Ναι, τα χέρια σου!
Πόση ζεστασιά, πόση ελπίδα, πόση ανοχή μπορούν να κρύβουν δύο χέρια ;
Όλα τα «μπορώ» του κόσμου, κρύβονται στα χέρια σου.
Γιατί, όταν με κλείνεις σ’ αυτά, εγώ, τότε μόνο, μπορώ τα πάντα.
Τα κρατώ και χτυπώ δυνατά τα μάγια και λύνονται.
Ηρωίδα μου.
Κι όχι υποκοριστικά για εσένα.
Εσένα δε σου πρέπει τίποτε μικρότερο από το τεράστιο.
Όχι υποκοριστικά σε σένα.
Εσύ στέκεσαι ψηλότερα από κάθε αξία και της δίνεις νόημα.
Εσύ είσαι η αξία και μου δείχνεις το νόημα.
Η Ηρωίδα μου.
Με καρφιά καρφωμένα στα χέρια και μαχαίρια να γδέρνουν την πλάτη, δε φοβήθηκες να φτάσεις μέχρι εκεί που πάει η καρδιά.
Η Ηρωίδα μου.
Με παντόφλες σχισμένες και ελπίδες- απάτες, ξεμπρόστιασες όλες τις ντροπές του κόσμου.
Δύο «μ» και δύο «α»...
Βαλ’ τα στη σειρά και η πιο όμορφη λέξη του κόσμου θα γεννηθεί.
Δύο «μ» και δύο «α»...
Τα έβαλες στη σειρά και γέννησες, όσα χωράει ο κόσμος!

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Επιτάφιος διαδρομή

Το «δεν» μπροστά από το «είμαι» μου. Ακολουθία μεγάλου ερωτηματικού.
Πρωτοστάτης η προσωπική αντωνυμία.
Παρέλαση σημαδοφόρων. Παρέλαση σπασμένων αρτιοτήτων.
Παράλυση.
Βαρδήν, μαρς!
Βήμα κουτσό. Θέσει κι όχι φύσει.
Σημαία ψηλά, παρακαλώ.
Κοντάρι σπασμένο.
Σημαία ψηλά, παρακαλώ.
Πορεία τεθλασμένη. Στροφή και αναστροφή.
Αφετηρία. Τερματισμός: χιλιοστό ένα.


Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Τοποθετώντας εαυτόν

Τα απλά. 
Αυτά φοβάμαι. Στα σύνθετα χάνομαι, σχεδόν αυτό- ξεχνιέμαι κι έτσι με ξεχνάω. Έτσι, δε μ’ έχω πεποιθήσει και έχω άλλοθι. Κατηγορώ τις περιστάσεις και μου είναι αρκετό. 
«Η στιγμή της πλαστής ανυπαρξίας» 
- Νικήτρια μπροστά στις στιγμές της πλαστής ύπαρξης-
Ύπαρξη, ως έννοια οριζόμενη από γραμμές λεξικού.
Και μόνο.
Τα απλά. Ως σώματα που διαλύουν με το άφιλτρο εγώ τους το δικό μου.
Αυτά τα ασυναίρετα ρήματα· 
εκείνα τα επιρρήματα, τα ποσοτικά·
οι λέξεις που κουβαλούν νοήματα μη μετρήσιμα, ας πούμε «ουρανός»·
κάτι αντωνυμίες προσωπικές και κάτι άλλες, σχεδόν υπαρξιακές·
οι αποστάσεις του ενός βήματος ·
οι διαδρομές που πήραν υπόσταση διαδρόμου ·
οι παύλες που μοιάζουν με τελείες ·
οι τελείες.

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Inside joke

Αλλαγές. Στο χρώμα, στο άρωμα.
Στην όψη. 
Στη γεύση, που αφήνεις φεύγοντας.
Στη γεύση, που γεννάς, όταν σε βάζω στο στόμα μου.
Και πάνω στα χείλη και έξω από αυτά.
Αλλαγές.
Στα χέρια.
Δεν κρατάνε, πια.
Δε σφίγγουν.
Θα πεις δεν αντέχουν.
Θα πω δε θέλουν.





Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Ένα "πολύ" πριν το "λίγο"...




Ζωή μου ερριμμένη γύρω από το «δεν».
«Α» μου. Στερητικό μου.
Ζωή μου ειρημένη από το «ίσως».
Πόσο δε σε ξέρω. Πόσο δε σε θέλω.
Πόσο δε μου φθάνεις. Πόσο μου περισσεύεις.
Πόσο με περισσεύεις.

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Ανθεκτικές βιβλιοθήκες...


Τα βλέπω στη βιβλιοθήκη. Καιρό είχα να τα προσέξω. Ήσυχα, ακούνητα, σχεδόν δεν τα ενδιαφέρω. Σχεδόν δε με κοιτάζουν. Σχεδόν κάνουν πως δεν υπάρχω. Τα περισσότερα ανέγγιχτα, αδιάβαστα. Ούτε σελίδες φθαρμένες από τις αναγνώσεις, ούτε ξεχασμένοι σελιδοδείκτες. Κάνουν παρέα στον Ελύτη μου, όταν δε βρίσκεται κάτω από το κρεβάτι μου. Δεν το βάζω συχνά στη βιβλιοθήκη. Ντρέπομαι.
Πώς να σταθούν όλες οι ντροπές μου δίπλα του; Με ποια αξίωση να ακουμπήσουν στο ίδιο ράφι με αυτόν οι λάθος επιλογές μου;
«Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιον Αθηνών, τμήμα Νομικής».
Τόσα λάθη σε έναν μόνο τίτλο.
Ειρωνεία.
Οξύμωρα σχήματα χαράζουν τη βιβλιοθήκη μου.
Φθηνό υλικό, φθηνό περιεχόμενο. Δεν αντέχει και πολλά- πολλά, έτσι κι αλλιώς. Για «μέχρι εκεί» την προόριζα. Για «μέχρι το τίποτα»!

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Εμμονικά αλφάβητα





Οι λέξεις που ξεκινούν από Α. 
Οι αγαπημένες μου! 
Ας πούμε, αθώα, ανεξήγητα, ανενδοίαστα, αμέτρητα, ανικανοποίητα, ανομοιόμορφα, αναπάντεχα, ανάρμοστα, ανορθόδοξα, αντίπερα, αντίθετα.
Ας πούμε, αγάπη.
Ας πούμε, αν.
Ναι, ας πούμε αν... 

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Δασκάλα μου...




Δασκάλα μου...
Το πιο ωραίο όνομα του κόσμου σου έδωσα...
Δασκάλα μου!
Κι εσύ για αντάλλαγμα έκανες τα μεσημέρια της Πέμπτης ίδια με ανεπίδεκτα λεκτικής περιγραφής μεσημέρια Πέμπτης.
Σε ποια γλώσσα συλλαβίζουν τη λατρεία;
Μάλλον σε καμία...



Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Μια μικρή μοναξιά


Κι ήταν, λέει, κάποτε, μια μικρή μοναξιά. Πάντοτε μικρή. Ποτέ δε μεγάλωνε. Στη μετριότητα παραδομένη.
«βλέπω τους φίλους μου μία με δύο φορές την εβδομάδα, υπολογισμένα»
«πηγαίνω σουπερ μάρκετ κάθε Σάββατο, υπολογισμένα»
«κάνω μπάνιο ανά δύο ημέρες και ντους κάθε βράδυ, υπολογισμένα»
«τα βράδια κοιτάζω το ταβάνι, υπολογισμένα»
«τα σαββατοκύριακα ξενυχτάω, υπολογισμένα»
«τη μέρα δεν προλαβαίνω να κλάψω, υπολογισμένα»
Ποια άκρα; Ποια ηδονή της ταλάντευσης;
Μεγαλύτερος γκρεμός η σιχαμένη μεσότητα.
Να τα βράσω το μέτρο σου, ρε Αριστοτέλη...

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Μια γουλιά νερό θα πιω, πώς αλλιώς να καταπιώ πως τα πάντα αλλάζουν...


Μια πόλη πίσω...
Ένα σπίτι πίσω...
Τρία μεγάλα υπνοδωμάτια, ένα μεγάλο σαλόνι, ένα χολ, ένα «ο χώρος κλιματίζεται» πίσω...
Τρισεκατομμύρια δάκρυα πίσω...
Μια ζωή πίσω...
Μια ζωή μου πίσω...

Και μπροστά;
Μπροστά τι;
Ας είναι μπροστά κι ας είναι ό, τι θέλει!

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

υποσχέσεις (ή, αλλιώς, σχέσεις υψωμένες εις το "υπό")

Όταν τα αισθήματα γίνουν συναισθήματα, τότε μόνο να με φοβηθείς.
Μωρό μου...

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί(/Ολιγάρκεια)

Ύψος.
Μήκος.
Βάθος.
Παίζουμε με τις διαστάσεις. Αυτό είμαστε μωρό μου, ψεύτες, που παίζουν με τις διαστάσεις και τους δίνουν άλλη χροιά.
Μακάριοι οι πλούσιοι τ φαντασί.
Χαμένοι από χέρι οι έχοντες αντικειμενική οπτική των διαστάσεων.
Αυτοί, που δε μετρούν το ύψος σε αγκαλιές, το μήκος σε βλέμματα και το βάθος σε βήματά σου, καθώς απομακρύνεσαι για να μου φέρεις νερό από το μπαρ.
Εγώ δε θα χάσω ποτέ...


Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

αιτία στη λήθη είναι τ' ανείπωτα..


                                       Και είναι κάτι φορές που θέλω τόσο να σε πάρω τηλέφωνο.
                                       Να σου πω «σώσε με».
                                       Να μου πεις «πώς;».
                                       Να σου πω «το έκανες ήδη».